«ΤΟ ΜΟΝΟ ΕΦΟΔΙΟ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΓΝΩΣΗ ΣΥΝΔΥΑΣΜΕΝΗ ΜΕ ΤΟ ΗΘΟΣ»

Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΩΝ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Πιστά στην αρχή ότι ο εκπαιδευτικός σε καιρούς χαλεπούς πρέπει να συνδυάζει την ιδιότητα τόσο του δασκάλου της διανοητικής όσο και της ηθικής αρετής, τα Εκπαιδευτήρια Μπακογιάννη με συντονιστή και υπεύθυνο το φιλόλογο κύριο Δασταυρίδη Αναστάσιο μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της πορείας της πρώτης γενιάς δημοσιογραφικής ομάδας, τα μέλη της οποίας έχουν διαβεί πλέον το κατώφλι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και τη διενέργεια συνεντεύξεων με τον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας Στεφανόπουλο Κωνσταντίνο, τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, τον ομότιμο καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Τσολάκη Χρήστο, τον επίτιμο διδάκτορα του τμήματος θεατρικών σπουδών, φιλόλογο και κριτικό θεάτρου Γεωργουσόπουλο Κωνσταντίνο (Μύρη) και τον πρώην γενικό γραμματέα του υπουργείου παιδείας Κουλαϊδή Βασίλειο, δημιούργησαν τη δεύτερη γενιά «δημοσιογράφων». Τα μέλη της, οι μαθητές των εκπαιδευτηρίων Δούκας Παναγιώτης, Λεβή Ναταλία, Πλακοπίτης Νικόλαος, Ταμπάρα Κασσιανή και Τούσια Ελίνα καθώς και ο καθηγητής τους έτυχαν θερμής υποδοχής από τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού κύριο ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟ ΚΩΝ/ΝΟ στο χώρο του Υπουργείου. Η εποικοδομητική συζήτηση μεταξύ υπουργού, μαθητών και εκπαιδευτικού διεξήχθη ως εξής:

Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με την Πολιτική, και μάλιστα σε μια εποχή όπου αυτή έχει απαξιωθεί στη συνείδηση του κόσμου;

«Ήταν η αίσθηση του χρέους και της ευθύνης, με την Καζαντζακική έννοια του όρου. Έλεγε ο Καζαντζάκης, ότι πρέπει να αισθάνεσαι υπεύθυνος ότι μόνο εσύ μπορείς να σώσεις τον κόσμο, και αν δεν τον σώσεις, φταις μόνο εσύ. Η αίσθηση της ευθύνης και του χρέους. Σε αυτήν την πολύ δύσκολη περίοδο, που περνάει η πατρίδα μας, νομίζω ότι όλοι πρέπει να στρατευθούμε, ο καθένας στο δικό του μετερίζι, με τις δικές του μικρές δυνάμεις για να μπορέσουμε να βοηθήσουμε τον τόπο να βγει από την κρίση. Υπάρχει και βέβαια ένας άλλος λόγος: Ως εκπαιδευτικός πάντα λογοδοτούσα στους νέους ανθρώπους, και για αυτό θα ήθελα, στο τέλος αυτής της διαδρομής , να μπορώ να τους κοιτάω στα μάτια, δηλαδή να τους λέω ότι προσπάθησα με όλες μου τις δυνάμεις να βάλω ένα λιθαράκι σε αυτή την προσπάθεια. Ήθελα να το πω υπό αυτήν την έννοια και στους νέους και στην κόρη τη δική μου. Γιατί η γενιά μας χρωστάει στις επόμενες γενιές να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, να βγάλει την πατρίδα από αυτή την κρίση για να μπορέσετε εσείς να πλεύσετε σε αφελέστερα ύδατα, σε πιο ήρεμα νερά. Δεν είμαι επαγγελματίας πολιτικός και μετά από όλα αυτά, από όλο αυτό το ταξίδι, θα επιστρέψω στην τάξη.»

Η Ελλάδα διανύει τη χειρότερη περίοδο στη μεταπολιτευτική της πορεία. Κατά πόσο πιστεύετε ότι η οικονομική κρίση επηρεάζει αρνητικά την Παιδεία και τον Πολιτισμό και τι σκοπεύετε να κάνετε ώστε να αποφευχθεί ένα μέλλον δυσοίωνο;

«Η οικονομική κρίση είναι βαθιά και αναμφίβολα επηρεάζει όλες τις παραμέτρους της Κοινωνίας μας, και η Παιδεία έχει πληγεί από την κρίση αυτή και έχω πει στο παρελθόν, ότι -για παράδειγμα- οι μισθοί των εκπαιδευτικών είναι ντροπή και οφείλει η Πολιτεία, όταν παρέλθει αυτή η κρίση, να διορθώσει αυτές τις αδικίες, να υπάρξουν διορθωτικές κινήσεις. Πέραν τούτου όμως η κρίση πάντοτε δημιουργεί και ευκαιρίες και μας δίνει την δυνατότητα να ξαναδούμε από την αρχή ορισμένα κάποια πράγματα. Γιατί πάρα πολλά πράγματα έγιναν με ένα τρόπο «μη-ορθολογικό», με έναν τρόπο σπάταλο και έτσι παρά τις δεινές συνθήκες που ζούμε, και παρά τις άδικες και οριζόντιες περικοπές, υπάρχει και ένα περιθώριο νοικοκυρέματος και εξορθολογισμού και αυτό προσπαθούμε να κάνουμε. Δηλαδή να μπορέσουμε μέσα από έναν εξορθολογισμό να μειώσουμε περιττές δαπάνες, σπατάλες ούτως ώστε να μην υποβαθμιστεί το Δημόσιο αγαθό που λέγεται Γνώση, που λέγεται Παιδεία, γιατί πιστεύω ότι παρά τις δυσκολίες είναι καθήκον της πολιτείας να θωρακίσει το Εκπαιδευτικό σύστημα, να προστατέψει την ποιότητα του Δημόσιου Αγαθού που λέγεται Γνώση, προς όφελος των νέων και του μέλλοντος του Έθνους. Για αυτό λοιπόν προσπαθούμε, όσο είναι δυνατόν, να αντεπεξέλθουμε σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, με αυτούς τους οικονομικούς περιορισμούς, προσπαθώντας να εξοικονομήσουμε πόρους από τον εξορθολογισμό των δαπανών, σε πολλά επίπεδα . Υπάρχει πολύ μεγάλο περιθώριο προς αυτήν την κατεύθυνση αλλά πάντως -ως αρχή- θα έλεγα ότι η Παιδεία είναι τα πάντα για μένα. Μιλάω για την Κοινωνία, και για αυτό θα πρέπει χωρίς σπατάλες αλλά με σωφροσύνη να διαθέσει η Πολιτεία αυτά τα οποία είναι απαραίτητα για να έχουμε ένα αναβαθμισμένο και ανταγωνιστικό εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν χωράει αμφιβολία ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα χρειάζεται μεγάλες αλλαγές, μεγάλες μεταρρυθμίσεις και είναι η δωδεκάτη ώρα. Πρέπει να γίνουν αυτές οι αλλαγές και πρέπει να γίνουν ταυτόχρονα γιατί ο πολιτικός χρόνος είναι συμπυκνωμένος και αυτό κάνει τα πράγματα ακόμη δυσκολότερα γιατί, και πολλές αλλαγές πρέπει να κάνεις ταυτόχρονα, και σε πολύ δύσκολες συνθήκες, οικονομικής κρίσης. Νομίζω όμως ότι επειδή όλοι μας αισθανόμαστε, και η εκπαιδευτική κοινότητα και οι Πολίτες και η Πολιτεία ότι δεν μπορεί να υπάρξει οριστική ανάκαμψη της Πατρίδας μας αν δεν υπάρξει αναγέννηση του εκπαιδευτικού συστήματος, θα κάνουμε όλοι αυτό το οποίο πρέπει, για να μπορέσουμε να αναβαθμίσουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα, σε όλες τις βαθμίδες.».

Ολοένα και περισσότεροι νέοι, απόφοιτοι της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εγκαταλείπουν τη χώρα μας καθώς βρίσκονται αντιμέτωποι με την ανεργία. Θεωρείτε ότι είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί αυτή η μάστιγα της κοινωνίας και να πάψει η Ελλάδα να «διώχνει» τα παιδιά της και με ποιον τρόπο;

«Αυτό είναι ένα παρά πολύ σοβαρό πρόβλημα, αυτή η αιμορραγία, αν θέλετε, αυτή η έξοδος των νέων ανθρώπων, και είναι ότι χειρότερο μπορεί να συμβεί για μια κοινωνία. Και αυτό μας πληγώνει μας απασχολεί και πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Ένας τρόπος να το αντιμετωπίσουμε είναι, καταπολεμώντας τα αίτια της ανεργίας, όχι στην έξοδο αλλά στην είσοδο του εκπαιδευτικού συστήματος. Τι θέλω να πω; Η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση χρειάζεται ένα συνολικό επανασχεδιασμό. Γιατί σε πολλές περιπτώσεις, γιατί έτσι όπως άναρχα έχουν αναπτυχθεί τα γνωστικά αντικείμενα, εισάγουμε στα Πανεπιστήμια ανέργους, εισάγουμε μελλοντικούς ανέργους. Γι’ αυτό λοιπόν εμεί βάλαμε εξ’ αρχής έναν στόχο: τον εξορθολογισμό του Ακαδημαϊκού Χάρτη της χώρας. Τι σημαίνει αυτό; Εάν δείτε τα τελευταία είκοσι χρόνια, θα διαπιστώσετε ότι αναπτύχθηκε η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση με έναν τρόπο ο οποίος δεν λογοδοτούσε, ούτε σε Ακαδημαϊκά, γνωσιακά κριτήρια, ούτε σε ορθολογικά αναπτυξιακά κριτήρια. “Φύτρωναν” Τμήματα ΑΕΙ, ΤΕΙ με έναν τρόπο άναρχο, χωρίς κανέναν κεντρικό Εθνικό Σχεδιασμό. Μας έδωσε, για παράδειγμα, χρήματα η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα από το ΕΠΕΑΕΚ, φτιάχναμε Τμήματα. Διαφωνούσαμε π.χ., εγώ με τον συνάδελφο μου, δεν ήθελε να βλέπει ο ένας τον άλλον, σπάγαμε το Τμήμα και φτιάχναμε δύο Τμήματα. Θέλανε οι τοπικές κοινωνίες να ιδρύσουν ένα Ίδρυμα; Φτιάχνανε ένα Τμήμα TEI, ένα τμήμα AEI, και φτιάχτηκε αυτός ο χάρτης της χώρας με 40 Ανώτατα, Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, 500 Τμήματα, τα οποία πρώτον, είναι υπερβολικά για μια χώρα των 11 εκατομμυρίων και κατά δεύτερον και κυριότερο λόγο, όπως σας είπα στην αρχή δεν λογοδοτούν ούτε σε ακαδημαϊκά κριτήρια, ούτε σε αναπτυξιακά κριτήρια. Τι εννοώ με αυτό; Ξαφνικά παρουσιάστηκαν Τμήματα τα οποία «θεράπευαν» γνωστικά αντικείμενα τα οποία, είτε δεν έπρεπε να απασχολούν ένα Τμήμα συνολικά, καθώς έπρεπε να αποτελούν μια κατεύθυνση σε ένα άλλο τμήμα, είτε αυτά τα γνωστικά αντικείμενα δεν συνδέονταν με τους τομείς της παραγωγικής αναπτυξιακής διαδικασίας της χώρας. Γι αυτό εμείς τι λέμε; Μόλις τελειώσει η εφαρμογή του Νόμου, και όσον αφορά στο διοικητικό τους σκέλος με την εκλογή των συμβουλίων στα Πανεπιστήμια, θα πρέπει να προχωρήσουμε στο σχέδιο <Αθηνά>> , δηλαδή, να καταστρώσουμε ένα περίγραμμα με τα κριτήρια, πάνω στα οποία θα πάρουμε αποφάσεις. Και αυτά είναι και κριτήρια που έχουν να κάνουν με την Επιστήμη και τη Γνώση. Δηλαδή βεβαίως, θέλουμε την Ελλάδα να είναι ισχυρή στις Ανθρωπιστικές σπουδές, στις Ιατρικές σπουδές, Ιατρική, Νομική κ.λπ., αλλά πέραν τούτου όμως θα πρέπει να δούμε ποιοι είναι οι βασικοί άξονες πάνω στους οποίους θα στηριχτεί η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας και θα αναμορφωθεί ο παραγωγικός της ιστός. Και να δούμε ποια είναι αυτά τα γνωστικά πεδία, που «κουμπώνουν» με αυτούς του άξονες, και σε Περιφερειακό επίπεδο και σε Κεντρικό επίπεδο και έτσι μετά να προχωρήσουμε στον εξορθολογισμό του Χάρτη των Ιδρυμάτων για να έχουμε ανταγωνιστικά Ιδρύματα και ενδεχομένως να δημιουργήσουμε και ‘’Κόμβους Αριστείας ‘’, για να μπορέσουμε πια να είμαστε ανταγωνιστικοί σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και να μην εισάγουμε πια “μελλοντικούς ανέργους”.»

Η αύξηση της συχνότητας εμφάνισης των φαινομένων κοινωνικής παθογένειας, η κυριαρχία μισαλλοδοξιών, η ηθική σήψη και οι πάσης φύσεως πελατειακές σχέσεις αποτελούν χαρακτηριστικά της σημερινής όψης της ζωής του Νεοέλληνα. Θεωρείτε αίτιο πρόκλησης των φαινομένων αυτών την έλλειψη παροχής ανθρωπιστικής παιδείας και την εμμονή στον Τεχνοκρατισμό; Πώς η Παιδεία θα συντελούσε στη μεταβολή της νοοτροπίας του Νεοέλληνα;

«Θα έλεγα ότι η κρίση που βιώνει η χώρα μας είναι οικονομική και πολιτική αλλά είναι και κρίση αξιών. θα έλεγα ακόμη ότι στις τελευταίες δεκαετίες επικράτησε ένα ρεύμα λαϊκισμού το οποίο μπόλιασε τα κύτταρα της κοινωνίας μας σε κάθε πτυχή του βίου μας και αυτό το βλέπουμε και στην Πολιτική και στον Κοινωνικό Στίβο και στην Παιδεία. Όλα αυτά τα οποία αναφέραμε προηγουμένως, αλλά και γενικότερα η επικράτηση ενός πνεύματος Υλισμού και Μιθριδατισμού, θα έλεγα, ενός μοντέλου “ευημερίας με δανεικά.” Αυτό στρέβλωσε τον αξιακό μας κώδικα. Χάσαμε την πνευματικότητα μας. Οι νέοι άνθρωποι χάσανε την επαφή με το Βιβλίο, με τα Γράμματα και τις Τέχνες και στράφηκαν προς υλικές αξίες. Θεωρώ ότι όλο αυτό το μοντέλο των τελευταίων δεκαετιών έχει οδηγήσει σε αυτή την κρίση. Γι’ αυτό χρειάζεται μία αξιακή επανατοποθέτηση, γι’ αυτό πρέπει να ξανασκύψουμε στις Αξίες μας, στον Πολιτισμό μας, στην παράδοση μας, σε πράγματα που έχουν να κάνουν με το νου, που έχουν να κάνουν με την καλλιέργεια του μυαλού και της ψυχής γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να βγούμε από την κρίση. Όλα αυτά βέβαια είναι αποτέλεσμα Παιδείας, αλλά πρέπει να επανεξετάσουμε το ρόλο της Παιδείας και το ρόλο της διαδικασίας απόκτησης γνώσης .

Η απόκτηση γνώσης δεν σημαίνει, δεν πρέπει να έχει μόνο έναν εργαλειακό χαρακτήρα, ‘’αποκτώ γνώση για βγάζω λεφτά και να ζω καλά’’. Η απόκτηση γνώσης έχει να κάνει με την καλλιέργεια του ανθρώπου. Ξαναγυρνώ στον Καζαντζάκη, σε αυτό που είπε, ‘’να σε κάνει ο Θεός σκουλήκι και με την καλλιέργεια και με την μόρφωση να γίνεις πεταλούδα’. Η τελείωση, ο συνεχής αγώνας για την εξύψωση του ανθρώπου, αυτό έχει αξία στη ζωή. Αυτό λοιπόν πρέπει να το ξαναδούμε. Επιστροφή στις αληθινές αξίες και αυτό είναι το αντίδοτο απέναντι σε αυτή την κρίση του Υλισμού που, δεν την βλέπουμε μόνο στη χώρα μας, αλλά παντού.»

Υπάρχει υποχρέωση της Ελλάδας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την εξίσωση των πτυχίων, είτε των μεταπτυχιακών σπουδών των Ελληνικών Πανεπιστημίων , με Εκείνων των Ιδιωτικών Κολλεγίων ; Αν ναι, τότε πώς σκοπεύετε να αντιμετωπίσετε την αδικία για όσους μοχθούν για την εισαγωγή στην Ελληνική Τριτοβάθμια Εκπαίδευση;

«Αυτή τη στιγμή, εμείς έχουμε ως πρωταρχικό μέλημα την ενδυνάμωση του Δημοσίου Πανεπιστημίου. Αυτό και για λόγους ιστορικούς και για λόγους κοινωνικούς. Ιδεολογικά δεν είμαι αντίθετος με τα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια, αλλά για μένα αυτή τη στιγμή προέχει ο εξορθολογισμός του Ακαδημαϊκού Χάρτη της χώρας, η ενδυνάμωση του Δημόσιου Πανεπιστήμιου. Τώρα, υπάρχουν τα λεγόμενα Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης τα οποία λειτουργούν και εκεί υπάρχει η Ευρωπαϊκή επιταγή για την αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Και έχει μια λογική και αυτό, για να μπορούν και εκείνοι που βγαίνουν από τα Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης, να μπαίνουν στην αγορά εργασίας, να μπορούν να βρουν δουλειά. Αλλά για να γίνουν αυτά τα Κέντρα Πανεπιστήμια, χρειάζεται αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Αυτό σήμερα δεν ισχύει. Σήμερα το πρωταρχικό μέλημα της κοινωνίας είναι η έμφαση και η βελτίωση της ποιότητας και της ανταγωνιστικότητας των Ελληνικών Δημόσιων Πανεπιστημίων. Για μένα είναι πρωταρχικό μέλημα, η δημόσια και δωρεάν Παιδεία για έναν επιπλέον λόγο, γιατί πρέπει- και μέσα σε αυτήν την κρίση που ζούμε- όλοι να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στη Γνώση.»

Σε προηγούμενη συνέντευξή μας, ο πρώην Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, κ. Κουλαϊδής, είχε δηλώσει πως αίτιο πρόκλησης των συνεχώς αυξανόμενων ποσοστών παραπαιδείας είναι οι ίδιοι οι γονείς, που στέλνουν τα παιδιά τους στο φροντιστήριο, για να «μπουν στο μάτι» του γείτονα. Συμφωνείτε με την παραπάνω άποψη; Πώς θα αντιμετωπίσετε εσείς το φαινόμενο της παραπαιδείας;

«Όχι, δεν συμφωνώ μ’ αυτή την άποψη. Θεωρώ ότι πρέπει να πάμε σε μία αναβάθμιση του Εκπαιδευτικού Συστήματος και ο θεσμός, το μέτρο της αξιολόγησης που φέρνουμε έχει ακριβώς αυτό το χαρακτήρα. Να δούμε τι κενά έχουμε σε δομές, σε διαδικασίες, πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τους εκπαιδευτικούς μας, τους δασκάλους μας, τους καθηγητές μας να μετεκπαιδευτούν, να γίνουν καλύτεροι, για να μπορέσουμε συνολικά να ανεβάσουμε το επίπεδο. Και σιγά σιγά, με την ανύψωση του επιπέδου, θα καταστεί αχρείαστη η ανάγκη των φροντιστηρίων και της παραπαιδείας. Εάν βελτιώσουμε το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης, θα λυθεί σιγά- σιγά το πρόβλημα χωρίς άλλη παρέμβαση. Όταν γίνεται η δουλειά που πρέπει, δε χρειάζεται ο μαθητής ή η μαθήτρια να αναζητήσει στήριξη. Μέσα στα σχολεία, θα κάνουμε όλοι αυτό που πρέπει, για να ανέβει το επίπεδο και να μη χρειάζεται περαιτέρω στήριξη ο μαθητής και η μαθήτρια. Γι’ αυτό λέω ότι την αξιολόγηση, εγώ τη βλέπω υπό ένα θετικό πρίσμα. Δεν έχει καμία τιμωρητική έννοια, δε γίνεται για να απολύσουμε κανέναν. Γίνεται για να δούμε τα κενά στις δομές, που μπορούμε να βελτιώσουμε τις υποδομές μας, τις διαδικασίες μας, τι πρέπει να αλλάξουμε στον τρόπο διδασκαλίας, πώς πρέπει να περάσουμε, από το μοντέλο της άσκησης στην απομνημόνευση στον τρόπο και τη μεθοδολογία ανεύρεσης της γνώσης. Αντί δηλαδή να παπαγαλίζω, ‘’πρέπει να μαθαίνω πώς να μαθαίνω.’’ Και όταν αλλάξουμε αυτό τον τρόπο εκπαίδευσης και ‘’ μαθαίνουμε πώς να μαθαίνουμε’’, πώς να αποκτούμε τη γνώση, τότε σταδιακά νομίζω ότι αυτά τα προβλήματα θα λυθούν από μόνα τους.»

Η εξειδίκευση παρέχεται πλέον στα σχολεία και γενικά όλο το εκπαιδευτικό σύστημα προωθεί μία ειδίκευση, μέσω των Κατευθύνσεων. Θα μπορούσε μία αλλαγή στον τρόπο εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση να γίνει πιο ισχυρός παράγοντας αποστροφής των μαθητών για την παραπαιδεία;

«Δύο στοιχεία. Το θέμα της πρόωρης εξειδίκευσης εμένα με βρίσκει αντίθετο ως εκπαιδευτικό, υπό την έννοια ότι ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, στη Μέκκα του καπιταλισμού και της εξειδίκευσης, θα δείτε ότι τις δύο τελευταίες δεκαετίες, έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση όχι μόνο στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, αλλά και στα δύο πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου στην απόκτηση Γενικών Γνώσεων. Το περίφημο Liberal Arts Education. Δηλαδή, Κλασσικές Σπουδές και οριζόντια γνώση. Έσπρωξαν την εξειδίκευση πιο πίσω. Γιατί, ο άνθρωπος για να είναι Αναγεννησιακός, για να έχει καλλιέργεια, πρέπει να έχει μία ευρύτητα γνώσεων. Άρα, αποκτάς το θεμέλιο και την κατάλληλη γνωσιακή, μαθησιακή στιγμή πηγαίνεις στην εξειδίκευση. Αυτό είναι το ένα. Τώρα, για τις αλλαγές στις εξετάσεις: εγώ είμαι εναντίον των συχνών, συνεχών αλλαγών, που φέρνουν σύγχυση στους μαθητές, στους σπουδαστές, στις οικογένειές τους και στην κοινωνία. Γι’ αυτό είπαμε, ας αποκρυσταλλωθούν οι αλλαγές στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, ας αποκρυσταλλωθούν οι αλλαγές στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και με το Νομοσχέδιο που φέρνουμε τώρα για το Λύκειο, και μετά από πέντε – έξι χρόνια να δούμε το εξεταστικό σύστημα, να δούμε αν χρειάζεται να το αλλάξουμε. Αυτή η κατάσταση που όποιος Υπουργός κάθεται σ’ αυτή την καρέκλα, πρέπει να αλλάξει το εξεταστικό σύστημα, εμένα με βρίσκει αντίθετο. Να το δούμε με ηρεμία, όταν κάτσει η σκόνη από τις αλλαγές στην Τριτοβάθμια και στη Δευτεροβάθμια, και τότε, που θα έχουμε τον πλήρη χάρτη μπροστά μας, θα το εξετάσουμε. Θα δούμε αν χρειάζεται αλλαγές στο εξεταστικό σύστημα. Προς το παρόν, δεν το αλλάζουμε.»

Πώς κρίνετε το μέτρο της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και ποιους θεωρείτε κατάλληλους να διαδραματίσουν το ρόλο των αξιολογητών;

«Είπα και προηγουμένως ότι την αξιολόγηση τη θεωρώ ένα αναγκαίο στοιχείο, για να δούμε, να αποτυπώσουμε τις αδυναμίες μας, τα κενά μας και να τα βελτιώσουμε. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Και γι’ αυτό, επειδή υπάρχει η εύλογη υποψία, αντίδραση – γιατί σου λέει «ποιος θα με αξιολογήσει τώρα; Τα κομματικά στελέχη, οι κομματικοί στρατοί, που εισήλθαν στο εκπαιδευτικό σύστημα»; Γι’ αυτό εμείς τι λέμε; Ότι θα βρούμε τον τρόπο, ενδεχομένως μέσω μίας Ανεξάρτητης Αρχής, για να υπάρχει αντικειμενικότητα και το αδιάβλητο της αξιολόγησης. Γι’ αυτό, άλλωστε, στείλαμε ένα ερωτηματολόγιο, για να πάρουμε τις απόψεις των ίδιων των εκπαιδευτικών, να καταλήξουμε, να δούμε και το πόρισμα της επιτροπής που έχουμε ορίσει και όλα αυτά θα τα θέσουμε με διαφάνεια σε διάλογο. Αλλά επαναλαμβάνω και είναι βαθειά μου φιλοσοφική πεποίθηση αυτή. Η αξιολόγηση γίνεται για να βοηθήσει, όχι για να βλάψει.»

Ποιος, όμως, θα μπορέσει να αξιολογήσει τους εκπαιδευτικούς; Ποιος είναι ο κατάλληλος; Ένα μέλος του Υπουργείου Παιδείας, για παράδειγμα;

«Όχι. Θα είναι άνθρωποι με επιστημονική κατάρτιση, οι οποίοι δεν θα λογοδοτούν σε τίποτε άλλο, παρά μόνο σε αυτή την ανάγκη βελτίωσης των πραγμάτων. Και θα γίνουν τα πράγματα έτσι, ώστε να είναι διασφαλισμένο το αδιάβλητο και η αντικειμενικότητα.»

Πώς σχολιάζετε τη φράση του βιβλίου της Ιστορίας – πονήματος της Επιτροπής, μέλος της οποίας ήταν η κυρία Ρεπούση, περί «Συνωστισμού Ελλήνων στο λιμάνι της Σμύρνης»;

«Νομίζω ότι ήταν μία ατυχής φράση και νομίζω ότι το έχει παραδεχτεί και η ίδια. Και βεβαίως έχοντας πει όλο αυτό, έναν Ιστορικό πρέπει να τον κρίνεις για ολόκληρο το έργο του. Ο καθένας από εμάς μπορεί να κάνει λάθη, έστω και αν είναι τόσο μεγάλα. Πέραν τούτου, όμως, εμείς έχουμε δώσει εφέτος ένα βιβλίο Ιστορίας, από την ερευνητική ομάδα του καθηγητού κ. Κολιόπουλου, το οποίο μοιράσαμε πιλοτικά και έχει πάρει πολύ καλές αναφορές, και νομίζω ότι σ’ αυτό το κομμάτι δεν υπάρχει πρόβλημα.»

Ένα μήνυμα από εσάς προς τους Εκπαιδευτικούς και τους Εκπαιδευομένους.

«Κοιτάξτε, στο εκπαιδευτικό σύστημα και στην εκπαιδευτική διαδικασία, τον πιο μεγάλο ρόλο παίζουν οι Εκπαιδευτικοί και όντας εκπαιδευτικός, και προερχόμενος από οικογένεια εκπαιδευτικών γνωρίζω τις δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες οι Έλληνες εκπαιδευτικοί προσπαθούν να επιτελέσουν το έργο τους, το λειτούργημά τους γιατί είναι λειτούργημα. Και το κάνουν πολλές φορές με αυταπάρνηση και μέσα σε πάρα πολύ αντίξοες συνθήκες, με πενιχρά μέσα και νομίζω ότι η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι Έλληνες εκπαιδευτικοί προσφέρουν μία μεγάλη υπηρεσία. Εγώ θέλω να στείλω ένα μήνυμα στους Έλληνες εκπαιδευτικούς. Ότι έχει πολύ μεγάλη αξία και πρέπει όλοι μαζί να ξεπεράσουμε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, γιατί αυτό που διακυβεύεται, στο δικό μας τομέα, είναι κάτι πάρα πολύ κρίσιμο. Είναι το μέλλον του Έθνους. Και πάντοτε, ιστορικά, οι Έλληνες εκπαιδευτικοί σήκωσαν το βάρος, το ιστορικό βάρος και καλούνται να το κάνουν και σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες. Είμαι βέβαιος ότι θα το πράξουν και όταν με το καλό βγούμε από αυτό τον κύκλο της ύφεσης και της κρίσης, θα πρέπει η Πολιτεία να κάνει αυτό που πρέπει για να επανορθώσει. Στους εκπαιδευόμενους έχω να πω ότι η γνώση και η καλλιέργεια είναι τα πιο σημαντικά στοιχεία για την ανάπτυξη του ανθρώπου, την ανάπτυξη του χαρακτήρα τους και για την ζωή τους είναι το μεγαλύτερο εφόδιο. Για να βγουν στο στίβο της ζωής, σε αυτό το Μαραθώνιο, και να φτάσουν με επιτυχία στο τέρμα. Γιατί το ταξίδι είναι μακρύ, οι Κύκλωπες και οι Λαιστρυγόνες είναι πολλοί και πρέπει οι νέοι Οδυσσείς να φτάσουν με επιτυχία στην Ιθάκη και ο μόνος τρόπος και το μόνο εφόδιο, που χρειάζεται για να το κάνετε, είναι η Γνώση, συνδυασμένη με το ήθος.»